15.6.11

ύποπτη ψυχραιμία

τα βλέφαρά του κλειστά ακινητοποιημένος στο σκοτάδι ποιος ξέρει από πότε χάνεται μες στο βαθύ του ύπνο το δωμάτιο καταφύγιο που σαπίζει έξω ο ήλιος καίγεται αργά στον ουρανό παιδεύεται να θυμηθεί των πυρκαγιών η θάλασσα τον ξεμουδιάζει δεν λέει τίποτα βουτάει στο νερό γίνεται λεία πεθαίνει όπως πεθαίνουν το πρωί. ξυπνά και συνεχίζουν όλα. στα όνειρά του.