10.3.10

παύσεις,κορυφώσεις,φλυαρίες,ψίθυροι

ή αλλιώς:

Αχ το πιάνο του κυρίου, αχ το βάζο της κυρίας

Οκ, το κράτος (ουδετέρου γένους) αποφασίζει ότι πλέον το παίρνει ν’ αρπάξει φράγκα από τους υπηκόους, και το κάνει. Θα μπορούσε να αυξήσει τη φορολογία αλλά επιλέγει τη μείωση των μισθών. Με τη φορολογία θα τά ‘παιρνε απ’ όλους και θα έπαιρνε ότι μπορούσε να πάρει. Όμως το κράτος είναι ολιγαρκές, του φθάνουν τα των δημοσίων, άντε και του ευρύτερου δημόσιου, του φθάνουν τουλάχιστον σαν πρώτη δόση.
Αν τώρα, λέμε αν, αν αυτή η τόσο μακρινή πιθανότητα να πέρναγε η μείωση και στον ιδιωτικό τομέα γινόταν πραγματικότητα. Ε, τότε τα φράγκα ας τα πάρει κατευθείαν το ιδιωτικό κεφάλαιο. Είπαμε, το κράτος είναι ολιγαρκές, ας αρπάξει και κανας «άλλος» αδερφέ. Α, και ουδετέρου γένους.
Τ’ αφεντικά έχουν επιδοθεί παγκόσμια σ’ ένα πόλεμο μεταξύ τους. Τεράστια χρηματικά ποσά και πόροι αναδιανέμονται. Πολύς πλούτος αλλάζει χέρια, συμμαχίες διαλύονται και άλλες δημιουργούνται, ρόλοι, σχέσεις εξουσίας όλα υπό αναδιανομή, του κουτρούλη ο γάμος. Ενωμένα όμως στο μέτωπο απέναντί μας. Εξ’ άλλου εμείς είμαστε αυτοί που τους προμηθεύουν τις μάρκες για το παιχνίδι.
Όμως σκέπτεται κανείς, και καλό είναι να το λέει, μια που δεν πολυακούγεται, ότι το κουστουμάκι του ενάμισυ μισθού που κόψανε (το πασχαλινό δωράκι του αγαπημένου μας Νονού, του Κράτους) θα γινότανε κουρέλι με μια γενική απεργία διαρκείας που θα κρατούσε όχι ενάμισυ μήνα, αλλά πολύ λιγότερο. Έχει κανείς αμφιβολία? Ενδοιασμούς ίσως? Όχι? μήπως φόβο κανείς για την περίπτωση επιτυχίας? Κανείς? Περίεργο για τόση ησυχία μέσα σε τόσα λόγια, λόγια, λόγια που θάλεγε κι ο σύντροφος Αμλέτος.
Κι αυτό το τόσο μεταμοντέρνο, έκτακτες συνθήκες μόνιμα μέτρα. Τι σύλληψη. Τι συντομία.
Αλλά στην παληά ελλάδα με τις κλασσικές αξίες, οι καταστάσεις, οι σχέσεις ετίθεντο πιο χαριτωμένα:
Ο μήτσος αραχτός κάτω στο τσαρδί ξύνει τα’ αρχίδια του κι έχει σηκωμάρες. Κάνει τον κόπο να σηκωθεί ολόκληρος, βγαίνει έξω και βάζει φωνή π’ αντιλαλεί.
– Χάιδω, μωρή χάιδωωωωώ
Απ’ την απέναντι βουνοπλαγιά, η χάιδω που πότιζε τα ζωντανά, αποκρίνεται γοργά
– Τι ‘ναι μήτσ’ μου, τιιι΄ναι?
-Κατέβα μωρή να σε γαμήσω, χάιδώωω
-Τι ‘πες μήτσ’ μ, πιο δυναταααά, δεν άκουσα
-Να σε γαμήησωωω
– τόπιασα το υπονοούμνο μήτσ’ μου, τόπιασα, κατεβαίνω.

Κι εμείς