9.9.10

1+1=1?

συνέντευξη του Raul Vaneigem* στον Ηλία Μαρμαρά,
κ ο ν τ έ ι ν ε ρ ,Ιούλιος-Αύγουστος 2010

Η.Μ.: Η αγάπη δυσκολεύεται να υπάρξει όταν η ζωή κυριαρχείται από τη διαρκή αναζήτηση της επιβίωσης. Συνεπώς, μπορεί η αγάπη να είναι η βάση για τη δημιουργία μιας συλλογικής κοινωνικής συνείδησης; Είναι τελικά η αγάπη ένα πολιτικό αίτημα;

R.V.: Η αγάπη είναι ένα υπαρξιακό πάθος αδιαχώρητο από τους κοινωνικούς δεσμούς που την περικλείουν. Συνιστά το έδαφος μιας πάλης μεταξύ της ζωής σαν ολότητα και της επιβίωσης, δηλαδή μιας οικονομικίστικης ζωής, περιορισμένης σε μια αγχώδη αναζήτηση της διαβίωσης και του κέρδους. Η πολιτική υπήρξε για πολύ καιρό το προϊόν της ιδεολογίας, αυτού του συστήματος ιδεών που διαχωρισμένο από τη ζωή δικαιολόγησε επανειλημμένα όλες τις μορφές καταπίεσης και της κοροϊδίας περί «χειραφέτησης».

Μετά το θρίαμβο του καταναλωτισμού, οι ιδεολογίες έχασαν την ουσία τους και εμφανίζονται πια στα διαφημιστικά φυλλάδια των εκστρατειών προώθησης των σουπερμάρκετ π. χ. Η πολιτική πρακτική δεν είναι τίποτε άλλο από πελατειακές σχέσεις, όπου οι εκλεγμένοι αντλούν ισχύ από την ανόητη συγκατάθεση των εκλογέων. Αλλά αν αποκαταστήσουμε το αρχικό νόημα της λέξης πολιτική-της τέχνης διαχείρισης της πόλης-, λοιπόν, ναι, η εμπειρία του έρωτα, ως διαλεκτικής των επιθυμιών, έχει πολιτικό αντίκτυπο.

H.M.: Υπάρχει μια τάση σήμερα να οριστεί ξανά η αγάπη. Να επεκταθεί πέρα από τα όρια του ζευγαριού. Οι σύγχρονοι πολιτικοί σχηματισμοί δεν μπορούν να έχουν σαν προοπτική μόνο την οικονομική αλλαγή και την παραγωγικότητα, αλλά και την επανα-ανακάλυψη της χαράς εντός της πολιτικής ζωής. Με ποιο τρόπο όμως ο έρωτας μπορεί να ξαναεμφανιστεί στην ξερή και εφυδατωμένη πολιτική σκηνή που ξέρουμε;

R.V.: Καμιά πολιτική δεν έχει νόημα αν δεν αποκτήσει συνείδηση της μετάλλαξης του πολιτισμού που διανύουμε. Ποτέ οι πολιτικά υπεύθυνοι δεν ήταν τόσο παράλογοι και κυνικοί, νομοθετώντας χωρίς να υποψιάζονται σε ποιο κοινωνικό και υπαρξιακό μαρασμό βρίσκεται ο πολιτικός λόγος αυτών που υποκρίνονται πως κυβερνούν. Δεν θα υπάρξει πολιτική ανανέωση όσο η προτεραιότητα δεν δίνεται στην υπαρξιακή σύγκρουση, η οποία στην καθημερινή ζωή των ατόμων γίνεται αντιληπτή σαν την αντιπαράθεση από τη μια της ορμής της ζωής, της ανθρώπινης γενναιοδωρίας των επιθυμιών, της φιλοδοξίας για ευτυχία, και από την άλλη των επιταγών της οικονομίας που καταστρέφει τη γη, καθιστά απάνθρωπους τους ανθρώπους, οδηγεί στη μοιρολατρία και τις αυτοκτονικές συμπεριφορές και εκχυδαΐζει, μέσα στην αδιαφορία, την καθημερινότητα.

Θέλησα στο βιβλίο μου De l' amour να φωτίσω τη διαδικασία εκείνη που τόσο στους εραστές, όσο και στην κοινωνία μετατρέπει απροσδόκητα την αγάπη σε μίσος. Υπάρχει ένα στοιχειώδες κοινό νήμα μεταξύ του ερωτευμένου ζευγαριού, που ξαφνικά ρίχνεται στην αυτοπεριφρόνηση και στο μίσος για τον άλλο, και του τρόπου που ο γερμανικός λαός πέρασε, μέσα σε μια δεκαετία, από την ελευθερία του διαφωτισμού στη βαρβαρότητα του σκοτεινού ναζισμού.

Για να τελειώσει με την υπακοή σαν ανακλαστικό στην εξουσία και τη χρησιμοθηρία που συντηρεί τις ιεραρχίες των στρατιωτικών και των δημαγωγών, η πολιτική έχει κάθε λόγο να στραφεί στην αλληλεγγύη της εμπειρίας του έρωτα και της φιλίας, η οποία βασίζεται στη συμφιλίωση του ανθρώπου με το σώμα του, με την πραγματικότητα της ζωής του και τις επιθυμίες που αυτή δημιουργεί.

Η.Μ.: Στην ιστορία των ανθρώπινων σχέσεων, μαθαίνουμε πως η αγάπη είναι η εμπειρία του άλλου και στη συνέχεια περισσότερο ή λιγότερο απογοητευόμαστε. Ίσως γιατί βυθιζόμαστε σε μια κατάσταση κατασκευής του: Ένα και Ένα ίσον Ένα. Μήπως τελικά η αγάπη δεν είναι μόνο η ανακάλυψη του άλλου αλλά η εμπειρία γνώσης του κόσμου;
R.V.: Η αγάπη είναι μια φωτιά που η έντασή της ποικίλλει. Έχει τα πάνω της και τα κάτω της. Έχουμε την τάση να ερμηνεύουμε τις στιγμές μικρής έντασης του ερωτικού πάθους σαν σημάδι αναπόφευκτης παρακμής. Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε ότι δεν πρόκειται στο τέλος να μείνει τίποτα άλλο, παρά στάχτες της φλόγας του έρωτά μας. Τις στιγμές που παύουμε να υποκύπτουμε στην προοπτική του θανάτου που κυριαρχεί πάνω σε όλες τις πράξεις μας, αντιλαμβανόμαστε πως η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, αλλάζει μορφή, ξαναγεννιέται χωρίς όρους, γιατί είναι η αγάπη για τη ζωή, ίδια με εκείνη που επανεμφανίζεται ξαφνικά στους ανθρώπους που βρίσκονται στις πλέον άθλιες συνθήκες.

Οι αιτίες της απογοήτευσης βρίσκονται στους μηχανισμούς που καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Και πρόκειται για τους μηχανισμούς που τα συστήματα της αγοράς επέβαλλαν στους ανθρώπους, καθιστώντας τους απάνθρωπους: την οικειοποίηση, τον ανταγωνισμό, τη συναλλαγή, την εξουσία, το κέρδος, την ενοχή, το φόβο, τη χειρωνακτική και διανοητική εργασία που αποξενώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του. Το ζευγάρι που αναδιπλώνεται στον εαυτό του μαραζώνει γιατί ξεφεύγει δυσκολότερα από τη λαβή αυτών των μηχανισμών. Αντίθετα, μια σχέση -είτε απαρτίζεται από δύο είτε από περισσότερους αναζωογονείται από την ανάσα του εξωτερικού κόσμου, αρκεί να εξασφαλίζει πως η ευτυχία της αυξάνεται στο βαθμό που δεν αποτελεί πρόβλημα για την ευτυχία των άλλων. Γιατί η αγάπη είναι ασύμβατη με την οικονομία; Γιατί είναι δωρεά και γενναιοδωρία ταυτόχρονα, γιατί δίνεται χωρίς να θυσιάζεται. Γιατί συνεπάγεται τη διύλιση της ζωώδους πλευράς μας και όχι την υποτιθέμενη «εκπλήρωση», που ζητά από «όποιον θέλει να γίνει άγγελος να γίνει ζώο».

Η.Μ.: Θα μπορούσε κανείς να πει, πως κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες -που συνοδεύονται από βιωμένες και κατανοημένες εμπειρίες- η αγάπη μπορεί να θεωρηθεί παραγωγή αλήθειας;

R.V.: Η αληθινή αγάπη πολλαπλασιάζεται από την αυθεντικότητά της. Το ψέμα και η απόκρυψή της ενσταλάζουν το φόβο, την ενοχή, την επιθετική δυσπιστία και τη σβήνουν. Η πρακτική της αλήθειας περιέχει μια αρχή ειλικρίνειας και αλληλεγγύης, η οποία γίνεται αντιληπτή σε οποιονδήποτε αρνείται την αλλοτρίωση του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, της γης. Η αγάπη, που συχνά αποζητάμε να απορρίψουμε και να θέσουμε στην παρανομία, είναι στην πραγματικότητα ένα όπλο ενάντια στην οικονομική απολυταρχία που τολμά να καταλογίζει στους πολίτες την ευθύνη των κοινωνικών ερειπίων, τα οποία προκάλεσαν οι οικονομικές μαφίες.

Η.Μ.: Σ΄αυτόν τον κόσμο που ζούμε -και εφόσον δεχτούμε τη συνθήκη της προηγούμενης ερώτησης- ενδέχεται η αγάπη να συνιστά τον φύλακα της οικουμενικότητας της αλήθειας. Μπορεί η αγάπη να είναι πράξη που καθιστά αληθινή τη δυνατότητα της «διαφοράς», που είναι η βάση του οικουμενικού;

R.V.: Από τη στιγμή που η αγάπη αξιώνει τον εαυτό της σαν κατεξοχήν προνομιούχα μορφή της «αγάπης για τη ζωή», ανοίγεται στην πιο ευρεία ποικιλία συμπεριφορών και επιλογών. Η αλήθεια της ανέχεται τα πάντα εκτός από αυτό που τη σκοτώνει. Η μόνη επαγρύπνησή της συνίσταται στο να εμποδίσει τα παιχνίδια της ζωής να γίνουν παιχνίδια του θανάτου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη διαστροφή από αυτή που αλλάζει την αγάπη στο αντίθετό της: σε μίσος, σε περιφρόνηση, σε χρησιμοθηρία, σε αλαζονεία, σε εξουσία, σε δωροδοκία, σε χειραγωγήσεις που υπαγορεύονται από πονηρές συνωμοσίες. Όλα επιτρέπονται, όσο επιβεβαιώνουν τις φιλοδοξίες μας να ζούμε εις βάθος τα πράγματα. Η ευτυχία είναι η καλύτερη αποτροπή των προκλήσεων της βαρβαρότητας.

H.M.: Θα λέγατε πως το να αγαπάς σημαίνει το να σκέφτεσαι;

R.V.: Ναι, αν μ΄αυτό εννοείτε την απόκτηση της συνείδησης των παρορμήσεων του σώματος και το ξεπέρασμα του συναισθηματικού χάους. Όχι, αν πρόκειται για τη σκέψη που υποκρίνεται πως κυριαρχεί πάνω στο σώμα, που καταστέλλει το ζωώδες που ενυπάρχει εντός μας αντί να το διυλίζει. Αυτό που απουσιάζει περισσότερο στην εποχή μας είναι η συνείδηση του παλμού της ζωής, που συνδυάζει την ευτυχία του καθενός με την ευτυχία όλων. Και γι΄αυτό, την ίδια στιγμή γίνεται -αδιαχώριστα- η συνείδηση αυτού που καταβροχθίζει τη ζωή, η αντίθεση και η μετατροπή της σε αυτοκτονικό ανακλαστικό.

Η.Μ.: Στο έργο σας, πολύ συχνά έχετε συνδέσει τη δημιουργικότητα, την αγάπη και το παιχνίδι. Έχετε τονίσει πως ο διαχωρισμός αυτών των τριών στοιχείων οδηγεί στην ενίσχυση της εξουσίας. Θα θέλατε να μας πείτε γι΄αυτή τη σύνδεση και ποια αρνητικά αποτελέσματα προκύπτουν από τη ρήξη των συνδέσμων μεταξύ τους;

R.V.: Η ζωή που δεν ανανεώνεται μαραζώνει, το ίδιο συμβαίνει και με την αγάπη. Ο παλιός κόσμος μας επέβαλε τους νόμους της οικειοποίησης, της χρησιμοθηρίας και του φόβου. Εξελισσόμαστε σαν πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα όπου ο θάνατος είναι το παιχνίδι. Η εργασία μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τη γη σε εμπορεύματα.

Η δημιουργία συνεπάγεται τη δυνατότητα για τον καθένα να οικοδομήσει το πεπρωμένο του, αναπτύσσοντας τις συνθήκες που ωφελούν τα σχέδιά του. Πρόκειται γι΄αυτό που λένε με άλλα λόγια στο Μανιφέστο τους ο Patrick Chamoiseau** και οι Αντιγέζοι φίλοι του: «το σημαντικό δεν είναι το καλάθι της νοικοκυράς, είναι που μας απογύμνωσαν από ποίηση». Η αγάπη, η δημιουργία, το δώρο της ζωής, η απόλαυση, είναι στοιχεία αυτής της ποίησης, που στην αυθεντική μορφή της ως «ποείν», είναι δράση. Όσο η ποίηση της ζωής δεν θριαμβεύει, θα φυτοζωούμε κάτω από το ανακριτικό μάτι της βαρβαρότητας.

* Raul Vaneigem, De l' amour, Éditions le cherche midi,2010.
** Patrick Chamoiseau, Γάλλος συγγραφέας από τη Μαρτινίκα, γνωστός για το έργο του πάνω στο Κρεολικό κίνημα.